νύμφη


νύμφη
νύμφη η
невеста;
ΦΡ.
Νύμφη Ανύμφευτε — Невеста Неневестная (о Богородице)

Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко). 2013.

Смотреть что такое "νύμφη" в других словарях:

  • νύμφη — young wife fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νύμφῃ — νύμφη young wife fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νύμφη — Τελευταίο νεανικό στάδιο, πριν από το στάδιο του ακμαίου, στα έντομα που υφίστανται μεταμορφώσεις. Στα έντομα που η μεταμόρφωση είναι ατελής (ετερομετάβολα, όπως π.χ. τα ορθόπτερα) η ν. διάγει δραστήρια ζωή και διαφέρει από τα προηγούμενα νεανικά …   Dictionary of Greek

  • Νύμφη — Νύμφης masc voc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Νύμφῃ — Νύμφης masc dat sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Καὶ σοί νύμφη, λέγω κάδε, καὶ σὺ δ’ἀνδραδέλφη τὰδ’ἄκουε. — См. Кошку бьют, а невестке наветку дают …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • χρυσαλίδα — Νύμφη των λεπιδόπτερων, που ονομάστηκε έτσι γιατί μερικά είδη της φέρουν στίγματα και βούλες χρυσές. Αντιπροσωπεύει το ενδιάμεσο σε αδράνεια στάδιο της ανάπτυξης των ολομετάβολων εντόμων, δηλαδή αυτών που έχουν πλήρη μεταμόρφωση. Εκτός από τα… …   Dictionary of Greek

  • νύμφαι — νύμφη young wife fem nom/voc pl νύμφᾱͅ , νύμφη young wife fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νύμφηι — νύμφῃ , νύμφη young wife fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • όρφνη — Νύμφη της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, μητέρα του Ασκάλαφου από τον Αχέροντα. * * * ὄρφνη, δωρ. τ. ὄρφνα, ἡ (Α) 1. το σκοτάδι τής νύχτας 2. η νύχτα 3. φρ. «χθονὸς μέλαινα ὄρφνη» ο Αδης, ο Κάτω Κόσμος. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για λ. αβέβαιης ετυμολ.,… …   Dictionary of Greek